ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ Ο.Τ.Α. ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ
ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ – ΑΣΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Υπό Παντελή Κουροπαλάτη, Διευθυντού Τεχνικών Υπηρεσιών Δήμου Σερρών
Κύριοι Σύνεδροι,
Μέ τήν ομιλία αυτή θά προσπαθήσουμε νά ιχνηλατήσoυμε τήν εμπειρία τών Ο.Τ.Α. σέ θέματα πολεοδομίας καί αστικού σχεδιασμού, σέ μία προσπάθεια νά βρεθεί η σωστή οδός, γιά νά δοθεί στόν Ελληνικό Λαό η ποιότητα περιβάλλοντος πού όλοι πιστεύω επιθυμούμε, αλλά καί νά δοθεί επίσης πρόταση διεξόδου από ορισμένα προβλήματα καί εγγενείς δυσχέρειες πού εμφανίσθηκαν μετά από τίς ομολογουμένα φιλότιμες καί καλόπιστες προσπάθειες πού έγιναν τήν τελευταία εικοσαετία γιά τήν ποιότητα περιβάλλοντος πού αρμόζει στήν ιστορία τής Ελλάδος.
Τό θέμα τής χωροταξίας καί τού αστικού σχεδιασμού έχει απασχολήσει γενεές ολόκληρες ειδικών επιστημόνων, καί η προσφορά αυτή δέν θά ήταν παρά μιά ταπεινή συνεισφορά στό έργο τους. Δέν μένει λοιπόν στόν γράφοντα παρά νά επικαλεσθεί τήν πολύχρονη πείρα του σέ θέματα τών Ο.Τ.Α., σχεδίου πόλης, τροποποιήσεων σχεδίου πόλης καί πολεοδομίας, από τήν μάχιμη – άς μού επιτραπεί ο όρος – θέση τού Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών τού Δήμου Σερρών από τό 1976.
Ας αρχίσουμε λοιπόν κάνοντας ορισμένες παρατηρήσεις καί σημειώσεις πάνω στό αντικείμενό μας.
Δίνοντας κατ’ αρχήν τόν ορισμό τής χωροταξίας θά λέγαμε ότι χωροταξία είναι η επιστήμη πού θέτει σέ τάξη τίς διάφορες δραστηριότητες (παραγωγικές, κοινωνικές, κ.λ.π.) σέ συνδιασμό μέ τόν δεδομένο χώρο (περιβάλλον, συνθήκες κοινωνικές, οικονομικές, κ.λ.π.)
Δίνοντας έναν πιό πολύπλοκο ορισμό θά λέγαμε ότι χωροταξία είναι η κατανομή οικονομικών καί κοινωνικών δραστηριοτήτων στόν χώρο καί η εφαρμογή προγραμμάτων ανάπτυξης.
Σχεδιασμός είναι η έκφραση στόν χώρο ενός “προγράμματος” οικονομικής καί κοινωνικής ανάπτυξης. Μετά τόν σχεδιασμό ακολουθεί τό πρόγραμμα εφαρμογής μέ τό οποίο καθορίζεται καί σέ καθορισμένο χρονικό ορίζοντα η μεθόδευση καί χρονική κλιμάκωση τών ενεργειών, διαδικασιών, μέτρων καί επενδύσεων γιά τήν πραγμάτωση τού σχεδιασμού.
Εχουμε λοιπόν δύο σκέλη:
Τόν προγραμματισμό καί σχεδιασμό, καί
Τήν εφαρμογή.
Τά δύο αυτά προγράμματα δέν πρέπει νά συγχέονται.
Τό πρόγραμμα ανάπτυξης προηγείται τού σχεδιασμού , τού οποίου αποτελεί τό σημείο εκκίνησης. Τό πρόγραμμα εφαρμογής δέν μπορεί νά πραγματοποιηθεί άν πρώτα δέν ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός.
Πρόγραμμα καί σχέδιο βρίσκονται σέ στενότατη αλληλεπίδραση καί αλληλεξάρτηση. Η ολοκλήρωση τής εκπόνησης τής μελέτης καί τού σχεδιασμού είναι μιά συνεχής διαδικασία, μιά διαλεκτική πορεία μέ αδιάκοπη ανάδραση καί διαρκείς καί διαδοχικές προσαρμογές. Ο προγραμματισμός καί σχεδιασμός εφ’ όσον πραγματοποιηθούν επιρρεάζουν τήν ποιότητα ζωής καί τά συμφέροντα τών κατοίκων τής περιοχής πού αφορούν. Από τήν άποψη αυτή τών επιρροών θά παρατηρήσουμε ότι στήν χώρα μας, πού επικρατεί τό καθεστώς τής ελεύθερης οικονομίας, οι ανταγωνισμοί σφραγίζουν τήν όλη διαδικασία ανάπτυξης. Είναι φανερό ότι οι άλλες τάξεις, ομάδες, άτομα, έχουν μικρή δυνατότητα παρέμβασης: είτε γιατί έχουν πολύ μικρή δυνατότητα άσκησης πίεσης, είτε γιατί έχουν έλλειψη πληροφόρησης είτε γιατί δέν συνειδητοποιούν τίς εξελίξεις.
Στήν διαμόρφωση λοιπόν τού σχεδιασμού καί προγραμματισμού θά έπρεπε νά παίρνουν ουσιαστικό μέρος οι τρείς βασικές ομάδες:
- Εκείνοι πού κατοικούν καί εργάζονται στόν συγκεκριμμένο χώρο,
- Εκείνοι πού στόν χώρο αυτό κατέχουν τα μέσα παραγωγής (δευτερογενής τομέας, τριτογενής τομέας κ.λ.π.) καί
- Τό κράτος πού στήν συγκεκριμμένη περίπτωση θά πρέπει νά έχει γενικώτερη αντίληψη τού όλου Ελλαδικού χώρου καθώς καί τούς γενικώτερους στόχους καί επιλογές.
Στόν σχεδιασμό καί προγραμματισμό πρέπει νά παίρνει μέρος τό σύνολο των πολιτών μέ βάση διαδικασίες που νά εξασφαλίζουν τήν αποτελεσματική επιρροή στά κέντρα λήψεως αποφάσεων, μέ παράλληλη ευθύνη τής πολιτείας γιά τήν εξασφάλιση τών διαδικασιών αυτών. Επειδή όμως αυτό είναι κατά κανόνα πρακτικά αδύνατο, τούς πολίτες στά δημοκρατικά καθεστώτα αντιπροσωπεύουν οι εκλεγμένοι τους αντιπρόσωποι είτε μέσα από τόν συνδικαλιστικό τους χώρο, είτε μέσα από φορείς (Επιμελητήρια, Πολιτιστικοί Σύλλογοι κ.λ.π.)
Θά μπορούσε φυσικά κανείς νά δεχθεί σάν ιδεατό μοντέλλο τήν ύπαρξη γενικού καί καθολικού χωροταξικού σχεδίου καί προγράμματος, πού βαθμιαία εξειδικεύεται τόσο στίς δραστηριότητες όσο καί στόν χώρο εφαρμογής τους, ώστε νά υπάρχει αρμονία καί συνέπεια μεταξύ τους. Αυτό όμως μπορεί νά εφαρμοσθεί σέ πολιτεύματα όπου ο κρατικός παρεμβατισμός είναι έντονος καί καθολικός σέ κάθε τομέα τής παραγωγικής καί κοινωνικής δραστηριότητος, καί όπου οι πλουτοπαραγωγικοί χώροι ανήκουν στό κρατος χωρίς εσωτερικές ανταγωνιστικές τάσεις.
Τό μοντέλλο αυτό εφαρμόσθηκε καί έχει ήση διαπιστωθεί α αποτυχία του.
Ετσι πρέπει να δεχθούμε σάν δεδομένες καί ως modus viventi τίς εσωτερικές αυτές ανταγωνιστικές τάσεις, όχι μόνον σέ επίπεδο οικονομικών συμφερόντων, αλλά καί σέ επίπεδο λειτουργιών, χρήσεων καί κοινωνικού εξοπλισμού (αποσπασματικά αναφέρουμε τήν κατοικία, τήν κοινωνική εξυπηρετηση, τήν αναψυχή, τήν πολιτιστική υποδομή καί εκδηλώσεις, τήν τεχνική υποδομή, τούς τόπους παραγωγής, κ.λ.π.) σάν απαραίτητο συστατικό τής ελεύθερης οικονομίας καί ανάπτυξης.
Πρέπει όμως παράλληλα μέ τήν αξιοποίηση αυτή τών ελευθεριών, νά χαλιναγωγήσουμε τίς τάσεις ώστε νά κινούνται μέσα σέ πλαίσια σεβασμού πρός τόν δομημένο χώρο καί τό περιβάλλον, ώστε τό τελικό αποτέλεσμα νά είναι η ανάπτυξη μέ ισόρροπο σεβασμό στήν προστασία τού περιβάλλοντος. Ετσι η χωροταξία θά δρά όχι σάν μόνον σάν αξιοποίηση καί ανάπτυξη τών πλουτοπαραγωγικών πόρων, αλλά θά έχει καθοριστικό ρόλο στήν ρύθμιση τής ανάπτυξης σέ σχέση μέ τήν ποιότητα ζωής καί περιβάλλοντος.
- ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
1.1. Εισαγωγικά
Η τοπική αυτοδιοίκηση πιστεύουμε ότι πρέπει νά έχει ενεργή, ουσιαστική καί αποφασιστική συμμετοχή στή λήψη καί πραγματοποίηση αποφάσεων. Φυσικά τίθεται εδώ τό πρόβλημα τής ύπαρξης γενικώτερων στόχων ανάπτυξης σέ επιπεδο Κράτους καί όχι σέ τοπικό απλώς επίπεδο.
Δυστυχώς μέχρι καί σήμερα παρά τά πενταετή προγράμματα πού εκπονήθηκαν, φοβούμαστε, ότι δέν έχει -(καί αναφερόμαστε σέ ολοκληρωμένα καί σέ επίπεδο Χώρας προγράμματα)- εγκαταληφθεί ο τοπικιστικός χαρακτήρας, μέ συνέπεια τήν μή ύπαρξη γενικώτερων επιλογών ανάπτυξης, πού από επίπεδο Χώρας νά κατεβαίνει στό επίπεδο τών Ο.Τ.Α.
Αναφερόμενοι στόν ρόλο τών πολιτών θά ισχυριζόμασταν ότι διαπιστώνεται έντονη αδιαφορία γιά τά τεκταινόμενα, καθώς καί υποτονική φοβούμαστε καλλιέργεια κοινωνικής συνείδησης. Τό συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης (αποκαλούμενο καί Ναπολεόντειο), πρέπει νά αλλάξει μέ μιά διαδικασία μακράς περιόδου διαλόγου καί επικοινωνίας μεταξύ κέντρων λήψεως αποφάσεων καί πολιτών, ώστε ο πολίτης νά είναι συνειδητοποιημένος. Ο πολίτης πρέπει νά γνωρίζει τίς δομές καί τό σύσημα λειτουργίας τους, αλλιώς αισθάνεται ανίσχυρος καί αδύναμος μέ όλες τίς παρενέργειες καί τίς στρεβλώσεις πού δημιουργεί η έλλειψη αυτή τών γνώσεων. Επίσης πρέπει νά έχει δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου στήν κοινωνική του μικροκλίμακα μέ τήν συμμετοχή τών Ο.Τ.Α.
1.2. Ιστορική αναδρομή έως τόν Ν.1337/83
Βλέποντας ιστορικά τό θέμα τής χωροταξίας καί τού αστικού σχεδιασμού, έχουμε τήν πρώτη φάση (στήν δυτική Ευρώπη έως τό τέλος τού 19ου αιώνα μέ τά μέσα τού 20ου αιώνα κατά περίπτωση) οποία οι παραγωγικές μονάδες ασκούν ανενόχλητα τήν πολιτική τους στόν χώρο, οπότε δέν υπάρχει ανάγκη χωροταξικού σχεδιασμού, καί είναι η εποχή τού Laissez-Faire. Υπάρχει μόνο στό βαθμό πού τό Κράτος επιδιώκει νά κατανείμει διάφορες κοινωνικές λειτουργίες (λ.χ. εκπαίδευση) μέ αποσπασματικά προγράμματα ή στό βαθμό πού πρόκειται νά κατασκευάσει μιά υποδομή στήν οποία οι αντιμαχόμενες ομάδες λίγο-πολύ συμφωνούν. Σ’ αυτή τήν φάση ανάγονται όλες οι αποσπασματικές νομικές διαδικασίες πού ίσχυσαν μέχρι πρό ολίγων ετών στήν χώρα μας.
Στήν δεύτερη φάση ο κρατικός παρεμβατισμός γιά τόν συμβιβασμό ανάμεσα στίς αντιμαχόμενες ομάδες πού τά συμφέροντά τους συγκρούονται στόν χώρο γίνεται πιό αναγκαίος καί εξυπηρετεί καί άλλους στόχους καί σάν αποτέλεσμα έχουμε τήν χωροταξική μελέτη. Αρχικά αυτες οι ρυθμίσεις γινόταν χωρίς νομοθετική κάλυψη καί μεταγενέστερα άρχισε η νομοθετική κατοχύρωση τών πολεοδομικών αυτών καί χωροταξικών ρυθμίσεων. Τέτοιοι νόμοι κατοχυρώσης χωροταξικών σχεδίων καί προγραμμάτων υπάρχουν στήν Γερμανία από τίς αρχές τού 20ου αιώνα καί ο τελευταίος -άν δέν κάνουμε λάθος- τής 23ης Ιουλίου 1971 θίγει θέματα περιβάλλοντος καί ιδιοκτησίας γής, σάν αποτέλεσμα ισχυρότατων πιέσεων τού πληθυσμού απέναντι στήν ασυδοσία τών μεγάλων βιομηχανικών μονάδων.
Γιά τήν Ελλάδα θά αναφέρουμε ότι οι συνέπειες καί καταστροφές τού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καί τού Εμφυλίου Πολέμου πού επακολούθησε, λειτούργησαν συσσωρευτικά στά προβλήματα ανασυγκρότησης τής χώρας, καί οι προσπάθειες ταχείας εξέλιξης καί ανασυγκρότησης πολλές φορές οδήγησαν σέ μοντέλλα καί αποτελέσματα στρεβλής ανάπτυξης. Ετσι έχουμε τήν θεοποιηση τής γής μέ τήν χρησιμοποίηση της σάν μέσον πλουτισμού (ανοικοδόμηση μέ αντιπαροχή, κατατμήσεις καί οικοπεδοποιήσεις), καί τήν έλλειψη σεβασμού πρός τό περιβάλλον σάν συνέπεια αυτής τής υπεραξίας τής γής. Αν όμως ληφθεί υπ’ όψιν ότι η γή είναι κοινωνικό αγαθό καί δέν θά έπρεπε νά αποτελεί μέσον κερδοσκοπίας αλλά κοινωνικό πόρο, θά πρέπει νά δοθεί ιδιαίτερη προσοχή από τήν Πολιτεία στήν χωροθέτηση, εξασφάλιση καί διαφύλαξη τής απαιτούμενης γής γιά τόν κοινωνικό εξοπλισμό τών πόλεων, τήν χωροθέτηση καί εξασφάλιση τής απαιτούμενης γής γιά τήν παραγωγή κ.λ.π.
Στήν Ελλάδα ο πρώτος ειδικά θεσπισμένος νόμος γιά τήν ρύθμιση τού χώρου ήταν το Ν.Δ.1262/72 γιά ρυθμιστικά σχέδια αστικών περιοχών καί ο Νόμος 360/76 περί χωροταξίας καί περιβάλλοντος. Πρέπει νά σημειωθεί ότι χωροταξικά προγράμματα εκπονούνταν από πολύ παλαιότερα κυρίως από τήν κατοχή καί τά πρώτα χρόνια μετά τήν απελευθέρωση χωρίς καμμία νομική κάλυψη ή δυνατότητα εφαρμογής τόσο από ιδιώτες όσο και από τό Δημόσιο.
Χωροταξικά σχέδια μέ ολοκληρωμένη μορφή εμφανίζονται γύρω στό 1960 είτε από τις Υπηρεσίες τού Υπουργείου Συντονισμού, είτε σάν σπουδαστικές εργασίες, είτε σάν εκπονήσεις χωροταξικών καί ρυθμιστικών σχεδίων μέ ανάθεση σέ ιδιωτικά μελετητικά γραφεία (γύρω στό 1963-1966). Θά πρέπει επίσης νά αναφερθούν τά πενταετή προγράμματα ανάπτυξης πού λίγο-πολύ αναφέρονται γενικά καί αφηρημένα σέ ρυθμίσεις τού χώρου.
Τό πρώτο πενταετές πρόγραμμα εκπονήθηκε από τήν κυβέρνηση (Υπουργείο Συντονισμού) τό 1957 καί κάλυπτε τήν πενταετία 158-1963. Στή συνέχεια ακολούθησε τό δεύτερο πενταετές (1963-1968), τό 3ο (1968-1973) καί τό αναφερόμενο σάν μακροχρόνιο προοπτικό πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης, πού κάλυπτε τήν περίοδο 1972-1987. Τά πενταετή αυτά προγράμματα εκπονούνταν από τό Υπουργείο Συντονισμού καί από τίς εξαρτώμενες ή ημιανεξάρτητες υπηρεσίες (Κ.Ε.Π.Ε.)
Η κρατική παρέμβαση λοιπόν στά θέματα χώρου αποδεικνύεται ότι ήταν περιστασιακή καί πατερναλιστική. Ο κύκλος τού κρατισμού οδήγησε στήν καταστροφή τών πόλεων καί τού περιβάλλοντος.
Θά αναφέρουμε γιά τήν ιστορία ότι καί γιά τήν πόλη τών Σερρών εκπονήθηκε ρυθμιστικό σχέδιο από τό Γραφείο Δοξιάδη τό 1971 μέ δαπάνες τού Νομαρχιακού Ταμείου Σερρών. Τό ρυθμιστικό αυτό σχέδιο δέν εφαρμόσθηκε ποτέ διότι ποτέ δέν καλύφθηκε νομοθετικά.
Αποδείχθηκε ότι οι έντονες οικονομικές καί κοινωνικές αντιθέσεις πού αναπτύσσονται απαιτούν αντιμετώπιση μέ προσπάθειες προγραμματισμού καί σχεδιασμού, πράγμα πού γίνεται στά προηγμένα κράτη τής Δύσης.
Θά θυμίσουμε στό σημείο αυτό, αναφορικά μέ τήν διαχρονική ισχύ τού πολεοδομικού σχεδιασμού, τά λόγια τού Πολεοδόμου και Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ Αντώνη Τρίτση, τόσο επίκαιρα καί τόσο υπαινικτικά, καί η αναφορά αυτή στόν μεγάλο απόντα μάς θυμίζει ότι “οι νεκροί πεθαίνουν όταν οι ζωντανοί τούς ξεχνούν”
Ειχε πεί λοιπόν : “Απαιτείται ένας καταστατικος χάρτης γά τό περιβάλλον καί τίς πόλεις, σταθερός όσο καί τό Σύνταγμα τής Χώρας, πού νά μήν έχει δικαίωμα κανένας Υπουργός καί καμμία Κυβέρνηση νά τόν αλλοιώνει…. σέ βάρος τής φύσης καί τής ιστορίας τού τόπου…”
Ηρθε λοιπόν σάν εξελικτική νομοτέλεια ο Ν. 947/79 γιά τίς οικιστικές περιοχές καί στήν συνέχεια ο Νόμος 1337/83, μέ τήν εφαρμογή τού οποίου θά ασχοληθούμε.
1.3. Συνοπτική περιγραφή τής Επιχείρησης πολεοδομικής ανασυγκρότησης
Μέ τόν 1337/83 άρχισε μιά τεράστια προσπάθεια γιά τήν εκπόνηση ρυθμιστικών σχεδίων σέ όλη τήν Χώρα πού ονομάσθηκε “ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ” τά δε σχέδια πού εκπονούντο ονομάσθηκαν “ΓΕΝΙΚΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ”.
Τό όλο πρόγραμμα, μεγαλόπνοο στή σύλληψή του, τεράστιο σέ μέγεθος, είχε σάν στόχο τήν εκπόνηση μελετών α) επέκτασης τών εγκεκριμμένων σχεδίων πόλεων, β) ένταξης στό σχέδιο οικισμών μεταγενέστερων τού 1923 πού στερούνταν εγκεκριμμένο σχέδιο καί γ) ένταξης σέ πολεοδομικό σχέδιο περιοχών γιά τήν εξυπηρέτηση άλλων χρήσεων πλήν τής κατοικίας.
Θά μπορούσαμε νά πούμε ότι τό όλο εγχείρημα ήταν επαναστατικό γιά τά μέχρι τήν εποχή εκείνη δεδομένα. Θά θέλαμε όμως νά επισημάνουμε ορισμένα μειονεκτήματα τού όλου προγράμματος, όπως:
- Δέν προυπήρξε στήν Χώρα μακρόπνοο καί συνολικό πρόγραμμα ανάπτυξης, σέ εφαρμογή καί ακολουθία τού οποίου θά εκπονείτο τό σχέδιο τής περιοχής. Αποτέλεσμα αυτού τού στοιχείου ήταν η μικροκλίμακα τού σχεδιασμού, πού στερούσε τό όλο πλάνο από τήν ένταξή του σέ μιά συνολική θεώρηση ανάπτυξης,
- Η μεταβατικότητα καί η προσωρινότητα (πενταετία εφαρμογής διαρκώς αναπροσαρμοζομένη κ.λ.π.)
- Οι πολύπλοκοι μηχανισμοί πού καθιερωνόταν καί οι συναινετικές καί ενημερωτικές διαδικασίες, πού απευθύνονταν σέ έναν φοβούμαστε αδρανοποιημένο, αμβλυμένης κοινωνικής συνείδησης καί αισθήματος νομιμότητος πολίτη καί πού επί πλέον είχε τήν αίσθηση τού “…ότι καί νά γίνει εμείς θά κάνουμε αυτό πού θέλουμε…” ή “…στήν Ελλάδα όλα γίνονται…”.
- Η φάση τών πράξεων εφαρμογής όπου ο πολίτης (όπως περιγράφθηκε) έρχεται αντιμέτωπος μέ τά αποτελέσματα τής μελέτης καί συνειδητοποιεί ότι ελάχιστα πλέον μπορεί στήν φάση αυτή νά ανατραπούν, καί μάχεται μέ κάθε τρόπο γιά τήν ανατροπή τών τετελεσμένων, μέ θεμιτούς ή αθέμιτους μεθόδους.
- Η μή ύπαρξη κατάλληλου χαρτογραφικού υλικού
- Η ισχύς τών αυτών προδιαγραφών μελέτης αλλά καί διαδικασιών σέ μεγάλα καί μικρά αστικά κέντρα, πού τά προβλήματα αλλά καί η έντασή τους έχουν τεράστιες διαφορές.
- Η ταυτόχρονη ανάθεση μεγάλου αριθμού μελετών σέ πολλά αστικά κέντρα χωρίς η Χώρα νά διαθέτει επαρκή αριθμό ειδικευμένων πολεοδόμων.
- Δέν υπήρξαν “μελέτες πιλότοι”.
Ας μήν σταθούμε όμως επικριτικά σέ ένα πρόγραμμα τό οποίο γιά πρώτη φορά καί σέ τέτοια έκταση “έθετε τόν δάκτυλον επί τών τύπων τών ήλων”. Ας δούμε τά θετικά στοιχεία του μέ προεξάρχον τήν γιά πρώτη φορά καθιέρωση σε Πανελλήνια κλίμακα standards χρήσεων γής, μέ νομοθετική κατοχύρωσή τους.
Η εισφορά γής πού καθιερωνε ο Ν.1337/83 σάν συνέχεια αυτής πού καθιέρωνε ο Ν. 947/79, έδωσε στόν πολίτη τό αίσθημα ότι πρέπει νά προσφέρει καί ο ίδιος καί όχι μόνον νά ωφελείται από τήν ένταξη στό σχέδιο.
Ας επικεντρώσουμε όμως τό αντικείμενο στήν εφαρμογή τού Νόμου στήν πόλη τών Σερρών σάν ένα παράδειγμα εφαρμογής.
- ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑ ΣΤΙΣ ΣΕΡΡΕΣ –
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ
Με βάση λοιπόν τον Ν.1337/83 “Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις” ανετέθη η μελέτη σε ιδιωτικό γραφείο μελετών.
Στήν αρχή καθορίσθηκαν τά κατ’ αρχήν όρια τών ζωνών οικιστικού ελέγχου και οι χρήσεις γης. Παράλληλα καθορίσθηκαν τα όρια των περιοχών επέκτασης του σχεδίου (δομημένη πόλη και περιοχή που έχει σχέδιο, περιοχές χωρίς σχέδιο πόλης, πυκνοκατοικημένες και αραιοκατοικημένες περιοχές). Η πόλη χωρίσθηκε σέ 17 ενότητες με βάση τις οποίες υπολογίσθηκαν τα προγραμματικά μεγέθη για τα πολεοδομικά δεδομένα.
Ακολούθησε η μελέτη του γενικού πολεοδομικού σχεδίου και εκδόθηκε η Υπουργική Απόφαση με την οποία εγκρίθηκε τό ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ της πόλης των Σερρών. Παράλληλα προχωρησε η διαδικασία σχεδιασμού και πολεοδόμησης των περιοχών επέκτασης γιά κάθε ενότητα (γειτονιά):
Γιά κάθε μία γίνεται ο σχεδιασμός και ακολούθως προωθείται στόν Δήμο γιά τήν ανάρτηση καί γνωστοποίηση της στούς κατοίκους. Ακολούθως εκδικάζονται οι ενστάσεις καί τό όλο σχέδιο μέ τίς τυχόν τροποποιήσεις προωθείται γιά τήν έκδοση τού Προεδρικού Διατάγματος έγκρισης.
Το τελευταίο στάδιο είναι η εκπόνηση των μελετών εφαρμογής.
Εχουμε λοιπόν την σημερινή κατάσταση όπου:
_- Δεν έχουν ολοκληρωθεί όλες οι μελέτες πολεοδόμησης.
_ Δέν εκδόθηκε τό Π. Δ/γμα γιά τίς μελέτες πολεοδόμησης που ολοκληρώθηκαν και στάλθηκαν στο Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. για έκδοση του Π.Δ.
_- Δεν έχουν εκδοθεί τα Π.Δ/γματα. για τίς ζώνες οικιστικού ελέγχου.
_- Η μελέτη αναθεώρησης του ισχύοντος σχεδίου βρίσκεται ακόμα στο αρχικό στάδιο.
_- Εχει εκδοθεί η Υπουργική Απόφαση με την οποία εγκρίνεται το γενικό πολεοδομικό σχέδιο.
Ερχόμενοι λοιπόν στήν πραγματική καί υπάρχουσα κατάσταση όπως διαμορφώθηκε μέ τήν Επιχείρηση Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης στίς Σέρρες, θά μπορούσαμε νά διαπιστώσουμε ή να διαισθανθούμε “ότι κάτι δεν πάει καλά”.
Από την έναρξη του προγράμματος έως σήμερα έχει περάσει πια τόσος χρόνος -ξεπερνώντας κάθε αρχικό στόχο πού ήταν η 5ετία- που φοβούμαστε ότι οι εξελίξεις που ήδη έχουν επισυμβεί, ξεπέρασαν τον αρχικό σχεδιασμό και ήδη χρειάζεται αναθεώρηση του όλου σχεδιασμού.
Η όλη ιστορία της ΕΠΑ στη Σέρρες τεκμηρίωσε τους φόβους και τις ανστολές μας, που μας οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι οι διαδικασίες αυτές έπρεπε να είναι πολύ πιο συνοπτικές και σύντομες.
Και όλα αυτά χωρίς να έχουμε μπει στον κυκεώνα των πράξεων εφαρμογής, που τουλάχιστον σε Πανελλήνια κλίμακα διαπιστώθηκε ότι εγείρουν πάρα πολλές αντιδράσεις καί αμφισβητήσεις, και που οδηγούν πολλές φορές σε άρση της συνολικής διαδικασίας, διά τής μεθόδου τής παρελκυστικής πολιτικής (δικαστικές διαδικασίες αμφισβήτησης, ακυρότητες, κ.λ.π.).
Τό Π. Δ/γμα 23/2/87 “Κατηγορίες καί περιεχόμενο χρήσεως γής” επίσης μέ τό οποίο καθορίσθηκε τό περιεχόμενο τών χρήσεων γής, δέν έχει καμμία σχέση μέ τήν ορολογία τού υγειονομικού κανονισμού -μέ βάση τόν οποίο εκδίδονται άδειες καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος,- καί έτσι δημιουργείται μεγάλο πρόβλημα έκδοσής τους (λ.χ. δέν υπάρχει στό Π.Δ. 23/2/87 χρήση καφετερειας, snack-bar, ψητοπωλείου, κ.λ.π. πού μέ τούς χαρακτηρισμούς αυτούς εκδίδονται οι άδειες λειτουργίας τών ανάλογων καταστημάτων).
Πιό κάτω θα αναφέρουμε τί κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να γίνει ούτως ώστε αυτή η τεράστια εργασία να μην πάει χαμένη.
- ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΤΕΣ
Θα αναφερθούμε εδώ με ιδιαίτερη έμφαση στην ίδρυση πολεοδομικού γραφείου στο Δήμο. Η αρμοδιότητα αυτή η οποία μας μεταβιβάσθηκε με το Π.Δ. 26-5-89 και άρχισε να ισχύει από τις 2/7/89, ήρθε σε εφαρμογή του οικιστικού νόμου και η μεταβίβαση αυτή αρμοδιοτήτων γενικότερα αποτελεί σταθμό για το κεντρικοποιημένο σύστημα διοίκησης της χώρας.
Η μεταφορά των πολεοδομικών αρμοδιοτήτων δεν θα έπρεπε σε καμμία περίπτυωση να είναι μεταφορά απλώς της γραφειοκρατικής εργασίας της έκδοσης οικοδομικής αδείας, αλλά θα έπρεπε να δοθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας του ρόλου του γραφείου πολεοδομίας με τον έλεγχο της ποιότητος των κατασκευών, της διατήρησης της αρχιτεκτονικής μορφής και παράδοσης της πόλης, αλλά επίσης και της άμεσης εφαρμογής της συμμετοχικής διαδικασίας και της ενημέρωσης του πολίτη πάνω στα χωροταξικά, οικιστικά και πολεοδομικά δρώμενα της πόλης.
Θα θεωρούσαμε όμως πιο ολοκληρωμένη την μεταφορά αρμοδιοτήτων εάν εδίδετο επίσης και η αρμοδιότητα έγκρισης τροποποιήσεων σχεδίου πόλεως η οποία δεν δόθηκε.
Ετσι από τον Δήμο εκδίδονται οικοδομικές άδειες, συντάσσονται πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως, διεκπεραιώνονται οι διαδικασίες αυθαιρέτων και γενικά ασκούνται τα περιγραφόμενα στο ως άνω Π.Δ.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι εκλείπει ο κοινωνικός ρόλος του γραφείου Πολεοδομίας, ο οποίος θα έπρεπε να είναι και το κεντροβαρικό στοιχείο των αρμοδιοτητων και όχι τό μεγαλύτερο μέρος τών δραστηριοτήτων νά αναλώνεται στο διεκπεραιωτικό μέρος τής έκδοσης οικοδομικών αδειών όπως ειναι σήμερα. Επί πλέον θά πρέπει νά στελεχωθούν τά πολεοδομικά γραφεία τών Δήμων μέ τεχνικό καί επιστημονικό δυναμικό γιά τήν ταχεία εξυπηρέτηση τού πολίτη, καί νά εξοπλισθουν μέ τήν διάθεση συνεργείου γιά τήν άμεση κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών. Στο σημείο αυτό μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι η συνεργασία μας με τις υπηρεσίες του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. υπήρξε άριστη. Οι υπηρεσίες του Υπουργείου λειτούργησαν μέχρι τώρα σαν άριστοι σύμβουλοί μας σε οποιοδήποτε μεγάλο ή μικρό πρόβλημα.
Παράλληλα μέ όλες αυτές τίς δραστηριότητες, υπάρχει καί η συνεχής διεργασία τών τροποποιήσεων τού ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδίου πόλης. Οι τροποποιήσεις αυτές, αποτελούν έναν μηχανισμό πού χρησιμοποιείται τά τελευταία χρόνια κατά κόρον γιά τήν ικανοποίηση περιστασιακών κατά τό μάλλον ή ήττον αναγκών, καί δέν δίνουν συνολικές λύσεις στά πολεοδομικά προβλήματα τού ρυμοτομικού σχεδίου πόλης.
- ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ – ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ
Μέχρι τώρα ασχοληθήκαμε με το ιστορικό, τις διαπιστώσεις και γενικά το γίγνεσθαι πάνω σε θέματα χωροταξίας και πολεοδομίας. Πιστεύω όμως ότι δεν πρέπει να σταματήσουμε στις διαπιστώσεις, αλλά να προσδιορίσουμε το “έδει γενέσθαι”, ούτως ώστε η πολεοδομία και χωροταξία της πράξης να πάρει την θέση που της ανήκει στον επιστημονικό χώρο, αλλά επίσης καί να καταξιωθεί στη συνείδηση του ελληνικού λαού η θέση και ο ρόλος των πολεοδομικών γραφείων των Δήμων.
Κάνοντας αρχή από θεσμικά θέματα, ενθυμούμενοι καί πάλι τόν Αντώνη Τρίτση, θεωρούμε ότι θά πρέπει νά επαναπροσδιορισθούν τά όρια ευθύνης Κράτους – Αυτοδιοίκησης σέ θέματα περιβάλλοντος καί πολεοδομίας. Τό Κράτος νά περιορισθεί στήν γενική εποπτεία τής τήρησης τής νομοθεσίας καί η Αυτοδιοίκηση νά αναλάβει πλέον όλες τίς αρμοδιότητες πού ασκούνται σήμερα από Νομαρχιακές καί Διανομαρχιακές Υπηρεσίες.
Για την ΕΠΑ θεωρούμε επιβεβλημένο να επιταχυνθεί η διαδικασία εγκρισης των σχεδίων, και να ανατεθούν στη συνέχεια και το ταχύτερο δυνατό οι πραξεις εφαρμογής, ούτως ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματος. Επί πλέον:
- Να χρηματοδοτηθεί το πρόγραμμα της ΕΠΑ γιατί η μη χρηματοδότηση καθιστά κάθε σχεδιασμό ατελέσφορο.
- Να στελεχωθούν τα γραφεία Πολεοδομίας των Δήμων με την πλήρη προβλεπόμενη σύνθεση και να ανατεθούν αυσιαστικά καθήκοντα ελέγχου ποιότητος των κατασκευών.
- Να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην καταπολέμηση των κρουσμάτων αυθαιρέτων κατασκευών, όχι απλώς περιοριζόμενοι στην επιβολή των διοικητικών προστίμων, αλλά με την άμεση κατεδάφισή τους.
- Να υποχρεωθεί η πολιτεία στη χρηματοδότηση των έργων υποδομής στις περιοχές επεκτάσεων σύμφωνα με τον Ν. 1337/83.
- Να γίνει άμεση εφαρμογή των πολεοδομικών σχεδίων για την δημιουργία χώρων ανάπτυξης των παραγωγικών δραστηριοτήτων των πόλεων (βιοτεχνίες, βιομηχανίες, χονδρεμπόριο, αποθήκες, αγορές, σταθμοί φορτηγών αυτοκινήτων, σταθμοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων κ.λ.π.) σε συνεργασία με τους παραγωγικούς φορείς.
- Νά μήν γίνονται αποσπασματικές, μικρής έκτασης ή μεμονωμένες τροποποιήσεις τού ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, παρά μόνον όταν αυτές ανάγονται σέ επίπεδο πολεοδομικής ενότητας, καί μέ πλήρη τεκμηρίωση, βασιζόμενη σέ μελέτη τών κοινωνικών, περιβαλλοντολογικών κ.λ.π. επιπτώσεων.
- Να γίνει επιτέλους πράξη το εθνικό κτηματολόγιο καθόσον σήμερα με τις ισχύουσες προδιαγραφές τοπογραφικών διαγραμμάτων είναι εύκολο να υπάρχει ενιοποίηση αρχείων, μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Κύριοι σύνεδροι,
Τό κείμενο αυτό εκπονήθηκε μέ πολύ σκεπτικισμό καί προβληματισμό γιά τήν εξέλιξη τών Ελληνικών πόλεων, τουλάχιστον στό επίπεδο καί μέγεθος πού είναι αντιληπτά από τόν γράφοντα. Πιστεύω πάντως ότι θά αναγνωρισθεί η καλοπιστία, καί η προσπάθεια τής συνεισφοράς στήν προώθηση καί τελική επίλυση τού προβλήματος .
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
SEMINAR.DOC 1992