Χρήστου Χωμενίδη: Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

By | 22 Οκτωβρίου 2025
Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
Είχε ο Μάνος Χατζιδάκις κινητό τηλέφωνο; Θα μπορούσε. Η κινητή τηλεφωνία ήρθε στην Ελλάδα έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του. Τον Ιούνιο του 1993. Και ο ίδιος ήταν λάτρης της τεχνολογίας. Στον τάφο του είχε ζητήσει, λένε, αστειευόμενος, αντί για λουλούδια να τού αφήνουν προσπέκτους από καινούργια γκάτζετ. Για το διαδίκτυο θα είχε πιθανόν διαβάσει, ο πρώτος πάροχος ενθάδε, η Hellas on Line, ξεκίνησε δειλά τον ίδιο χρόνο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κανείς μας τότε ακόμα δεν μπορούσε καν να τα φανταστεί. Ούτε μάλλον και τις πλατφόρμες που εξελίχθηκαν στο YouTube και στο Spotify και ανέτρεψαν -ή εξάρθρωσαν;- τη μουσική βιομηχανία διεθνώς.
Όταν ολοκλήρωσε ο Χατζιδάκις την επίγεια πορεία του -εξηνταοκτώ χρονών, σχετικά νέος για τα σημερινά δεδομένα-, το ελληνικό τραγούδι δεν είχε διχαστεί σε έντεχνο και λαϊκοπόπ. Ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Ορφέας Περίδης και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είχαν κυκλοφορήσει από έναν μόλις δίσκο. Ομοίως και ο Φοίβος Δεληβοριάς, με τη διαφορά πως ο δικός του ήταν ένα εφηβικό πρωτόλειο με τίτλο «Η Παρέλαση», σε παραγωγή του ίδιου του Χατζιδάκι. Υπήρχε βεβαίως το ελληνικό ροκ, οι «Τρύπες» και τα «Ξύλινα Σπαθιά». Καθώς και οι Αδελφοί Κατσιμίχα, που ήθελαν να εκφράζουν τη νεανική αισθαντικότητα.
Τις καλοκαίρινες νύχτες αντιλαλούσαν από τα ηχεία των αυτοκινήτων το «Μού Θυμίζεις τη Μάνα μου» του Χρήστου Κυριαζή. Το «Δώδεκα» του Νίκου Καρβέλα τραγουδισμένο εμβληματικά από την Άννα Βίσση. Και η ιλιγγιώδης επιτυχία της Καίτης Γαρμπή «Ξυπόλητη Χορεύω» σε μουσική και στίχους Κώστα Τουρνά.
Είχαν ανοίξει τα πρώτα «ελληνάδικα». Χαμός γινόταν εκεί. Τα κορίτσια σκαρφάλωναν σε τραπέζια ή και σε βαρέλια ακόμα και χόρευαν τσιφτετέλι. Δεν είχαμε ούτε υποψία τύψης, ουδόλως νιώθαμε την υποχρέωση να είμαστε νομιμόφρονες προς κάποια ανώτερη καλλιτεχνική ποιότητα. Τα απογεύματα ακούγαμε με σεβασμό, ενίοτε και με δέος, την «Εποχή της Μελισσάνθης» ή τον «Κύκλο του CNS». Τα βράδια ξεφαντώναμε. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις, που αποστρεφόταν κάθε μορφής σοβαροφάνεια, μας είχε συμβολικά απελευθερώσει όταν -χρόνια νωρίτερα- είχε εγκωμιάσει από το Τρίτο Πρόγραμμα τον Γιάννη Φλωρινιώτη.
Η ελληνική κοινωνία έδινε μέχρι τα 90’s χώρο στους δημόσιους, παρεμβατικούς -και αντιφατικούς ως εικός- διανοουμένους. Ή και όχι. Οι χυδαίες επιθέσεις της «Αυριανής» στον Μάνο Χατζιδάκι, τα γιούχα που εισέπραξε ο Διονύσης Σαββόπουλος όταν κυκλοφόρησε το «Κούρεμα» αποδεικνύουν πως αν πήγαινες κόντρα στον «κυρίαρχο λαό», κινδύνευες να υποστείς τα πάνδεινα.
Περιμέναμε επίσης ένα μεγάλο μουσικό-ποιητικό έργο, το οποίο θα σημάδευε τη Μεταπολίτευση, κατά τον ίδιο τρόπο που το «Άξιον Εστί» είχε χαράξει τα 60’s και ο «Μπάλλος» τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Δεν ήρθε ποτέ.
Υπάρχουν δύο πρόζες του Χατζιδάκι όπου χαιρετάει και αποχαιρετάει το κοινό του. Η πρώτη είναι από την «Οδό Ονείρων», το 1962: «… Εγώ θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί για να μαζέψω τα καινούργια όνειρα που θα γεννήσετε, να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω πάλι σε μουσική…» Η δεύτερη κυκλοφόρησε σε δίσκο αφού είχε πεθάνει. Με τίτλο «Παίδες». «Τώρα κουράστηκα… Εσείς, είτε ονειρεύεστε είτε όχι, μπορείτε και ζείτε χωρίς εμένα. Δεν ανήκω ούτε στη ζωή σας ούτε στα όνειρά σας… Προτιμώ να φύγω μακριά σας για πάντα… Γειά σας, παίδες…»
Είχε πράγματι κουραστεί ο Μάνος Χατζιδάκις; Εάν πάντως μακροημέρευε και έφτανε στα χρόνια τον αδελφό του από άλλη μάνα και πατέρα Μίκη Θεοδωράκη, όχι απλώς θα κουραζόταν μα και θα μπούχτιζε. Και θα αηδίαζε. Το είχε εξάλλου προφητεύσει στο σημείωμά του στο οπισθόφυλλο του «Σκληρού Απρίλη του ‘45». «Αν μπορούσα θα ξαναγύριζα σε εκείνον τον καιρό (του 1945). Όχι γιατί θα’μουν πιο νέος αλλά γιατί δεν θα γνώριζα τη φρίκη των κατοπινών καιρών…» Κι ακόμα δεν είχε δει τίποτα!
Δεν είχε δει την τρομακτική αλλαζονεία των Ελλήνων στη φάση της αστακομακαρονάδας. Την επιβολή ενός λάιφ-στάιλ, που δήθεν τους ξεβλάχευε μα στην πραγματικότητα τους βύθιζε στον αρχοντοχωριατισμό.
Δεν είχε παρακολουθήσει την αισθητική της Χούντας να νεκρανασταίνεται στα σόου της ιδιωτικής τηλεόρασης. Τους σκανδαλοθήρες και τους ωμούς εκβιαστές να περνιούνται για μαχητικοί δημοσιογράφοι και να θησαυρίζουν. Τη διαπλοκή να κυριαρχεί στον δημόσιο βίο. Τις κρυφές κάμερες να κουρελιάζουν την ιδιωτικότητα του οποιουδήποτε και, λίγα χρόνια αργότερα, ο οποιοσδήποτε να εκθέτει φόρα-παρτίδα τη ζωή του στα σόσιαλ μίντια για να κερδίσει λίγα λάικ.
Δεν ήταν εδώ στη χρεοκοπία του 2010, με τα μνημόνια και τους «Αγανακτισμένους». Δεν υπέστη τον θρίαμβο της πιο ωμής δημαγωγίας, τους καραγκιόζηδες παντός καιρού να κοιμούνται με ένα πανάκριβο πούρο στο στόμα και να ξυπνούν αριστεροί δήθεν επαναστάτες. Δεν είδε την Ελλάδα να ακροβατεί, το καλοκαίρι του 2015, στο χείλος του γκρεμού όχι από ξένη επιβουλή αλλά από δική της ευήθεια.
Κι έπειτα, μόλις βγήκαμε από την κρίση, να φερόμαστε σαν να μην έχουμε διδαχθεί απολύτως τίποτα. Να εθελοτυφλούμε στην κλιματική αλλαγή και να ποντάρουμε τα ρέστα μας στον υπερτουρισμό. Να καταστρέφουμε ό,τι είχε απομείνει από το φυσικό τοπίο στις Κυκλάδες και στην αττική ακτογραμμή, κατασκευάζοντας αραβικής αισθητικής θηρία. Να σερβίρουμε σεβίτσε σε ξαπλώστρες, να σκρολάρουμε νευρωτικά, να συμφιλιωνόμαστε με την ασημαντολογία και την ανοησία. Να ανεχόμαστε την κανονικοποίηση του ρατσισμού.
Θα αντιδρούσε στα παραπάνω ο Μάνος Χατζιδάκις; Προφανώς. Παλικαρίσια και απερίφραστα κατά τη φύση του. Θα εισακουόταν; Αποκλείεται. Τη μία μέρα θα του επιτείθονταν οι μεν –«της καταστάσεως» που λέει και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος-, την άλλη μέρα οι δε – «της αντιστάσεως». Σε εποχές ακραίας πόλωσης, μαζικής παράκρουσης, όποιος διατηρεί τη νηφάλια σκέψη και το καλό του γούστο, καταλήγει μαύρο πρόβατο για όλους. Τρώει ακύρωση, κάνσελ.
Δεν θα την πλήρωνε μονάχα ο ίδιος. Μα και η μουσική του. Άμα δεν γουστάρουμε στις μέρες μας τον καλλιτέχνη, διαγράφουμε μονοκοντυλιά και το έργο του. Σιγά μην έστεργαν οι κουφιοκεφαλάκηδες εκ δεξιών και αριστερών να υποκλιθούν στο «Χαμόγελο της Τζοκόντας». Να ριγήσουν με τον «Μεγάλο Ερωτικό». «Εμείς γουστάρουμε μόνο επαναστατικά τραγούδια!» θα κοκορεύονταν. Ή «μόνο πατριωτικά!» Τουτέστιν αντάρτικα σε ροκ διασκευή είτε «σε αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα», αφού η Μακεδονία είναι ελληνική. Μονάχα κάποιοι ελάχιστοι, «παράξενοι», θα τον ανακάλυπταν κάπου-κάπου. Και θα τον απολάμβαναν κατά μόνας είτε σε κλειστές παρέες. «Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε. Με τη δική του έκφανση του ωραίου συγκινούνται…»
Έτσι ακριβώς θα συνέβαινε εάν ο Μάνος Χατζιδάκις ζούσε και εξέφραζε δημόσια τις απόψεις του. Πέθανε όμως. Εγκαίρως.
Εγκαίρως για να γίνει τοτέμ, σύμβολο ευαισθησίας και σοφίας. Για να τον σκυλέψουν οι επιτήδειοι, να μοντάρουν τη σκέψη του, να αποκόπτουν ρήσεις του από τα συμφραζόμενα και να τις κάνουν παντιέρες. «Ο Χατζιδάκις αναρχικός». «Ο Χατζιδάκις αντιευρωπαίος». «Ο Χατζιδάκις καραμανλικός»… Ο Χατζιδάκις εν αγνοία του πατερούλης κάθε ψυχικά ορφανού, που ανίκανος να διαμορφώσει δική του σκέψη, παπαγαλίζει «λόγια μεγάλων ανδρών».
Θα έφριττε ο Μάνος Χατζιδάκις με την καπηλεία. Θα του ερχόταν αναγούλα με όσους τολμούν να τον αποκαλούν «Μάνο», να του απευθύνονται φαντασιακά λες κι ήταν κολλητός τους. Να κοτσάρουν τη μουσική του στα σαχλά βίντεο που ανεβάζουν στο youtube.
Πάλι καλά που ο κληρονόμος του περιφρουρεί ως ένα βαθμό τη μνήμη του, απαγορεύει τη δημόσια εκτέλεση των έργων του δίχως ρητή άδεια.
Ας αφήσουμε το συμπέρασμα-ευχή στον Νίκο Εγγονόπουλο, που το μεγαλειώδες ποιήμα του είχε αρχίσει να μελοποιεί ο Μάνος Χατζιδάκις: «Μετά την επικράτησιν της νοτιοαμερικανικής επαναστάσεως, στήθηκε στ’Ανάπλι και τη Μονεμβασιά χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ. Όμως, καθώς τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία τη ρεντιγκότα του ήρωος, ο προκαλούμενος θόρυβος ήτανε τόσο μεγάλος, εκκωφαντικός, που στεκόταν αδύνατο να κλείσει κανείς μάτι… Έτσι, οι κάτοικοι εζήτησααν και, δια καταλλήλων ενεργείων, επέτυχαν την κατεδάφισιν του μνημείου.»-
21/10/2025